ανάστατος

Μεταφράσεις

ανάστατος

(a'nastatos) αρσενικό

ανάστατη

(a'nastati) θηλυκό

ανάστατο

(a'nastato) ουδέτερο
επίθετο
1. ταραγμένος Eίναι ανάστατος από τα νέα.
2. ακατάστατος ένα ανάστατο δωμάτιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close