| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.985.951 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάφλεξη |
0,02 sec. |
|
ανάφλεξη ignition, combustion, blaze sparkado اشتعال vznícení antændelse Zündung encendido sytytys allumage paljenje accensione 点火装置 점화 ontsteking tenning zapłon ignição зажигание tändning กระบวนการเผาไหม้ของเครื่องยนต์ ateşleme bộ phận đánh lửa 点火 ουσ θ ανάφλεξη [a'nafleksi] 1 μετάδοση φωτιάς inflammation; déflagration Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|