| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.470.517 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάχωμα |
0,01 sec. |
|
ανάχωμα bank, embankment, mound ανάχωμα جِسر ανάχωμα nábřeží ανάχωμα skråning ανάχωμα Damm ανάχωμα terraplén ανάχωμα penger ανάχωμα quai ανάχωμα obala ανάχωμα terrapieno ανάχωμα 堤防 ανάχωμα 둑 ανάχωμα dijk ανάχωμα voll ανάχωμα nabrzeże ανάχωμα aterro ανάχωμα насыпь ανάχωμα vägbank ανάχωμα เขื่อน ανάχωμα bent ανάχωμα kè ανάχωμα 堤 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|