ανεβαίνω

(προωθήθηκε από ανέβηκα)
Μεταφράσεις

ανεβαίνω

(ane'veno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
πάω προς τα πάνω ανεβαίνω τα σκαλιά ανεβαίνω την ανηφόρα
συγχύζομαι

ανεβαίνω

ascend, rise, get on, climb, mount, go upmonterيَرْتَفِعُstoupatgå ophinaufgehensubirnoustanarastisalire上がる올라가다omhooggaanstigepójść na góręsubirподниматьсяgå uppเพิ่มขึ้นyükselmektăng增长
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πάω πιο ψηλά ανεβαίνω πάνω ανεβαίνω με δυσκολία ανεβαίνω στην ταράτσα
2. επιβιβάζομαι ανεβαίνω στο πλοίοστο τρένοστο αεροπλάνο
3. σκαρφαλώνω ανεβαίνω στο δέντρο
4. μετακινούμαι βόρεια Θ' ανέβω στη Θεσσαλονίκη αύριο.
5. αυξάνομαι οι τιμές ανεβαίνουν η θερμοκρασία ανεβαίνει η πίεση ανεβαίνει
6. προβιβάζομαι ανεβαίνω επαγγελματικά
γίνομαι βασιλιάς
7. παρουσιάζομαι Το έργο θα ανέβει στο Εθνικό Θέατρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close