ανέγγιχτος

(προωθήθηκε από ανέγγιχτη)
Μεταφράσεις

ανέγγιχτος

(a'neŋɟixtos) αρσενικό

ανέγγιχτη

(a'neŋɟixti) θηλυκό

ανέγγιχτο

untouchedintocableintoccabileアンタッチャブルintouchable (a'neŋɟixto) ουδέτερο
επίθετο
άθικτος Άφησε το φαγητό του ανέγγιχτο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close