ανέκφραστος

(προωθήθηκε από ανέκφραστο)
Μεταφράσεις

ανέκφραστος

(a'nekfrastos) αρσενικό

ανέκφραστη

(a'nekfrasti) θηλυκό

ανέκφραστο

blank, inarticulate, muted, unemotional (a'nekfrasto) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς συναίσθημα ανέκφραστο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close