| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.888.056.845 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανέκφραστος |
0,01 sec. |
|
|
ανέκφραστος blank, inarticulate, muted, unemotional
επίθ α / θ / ουδ ανέκφραστος, ανέκφραστη, ανέκφραστο [a'nekfrastos, a'nekfrasti, a'nekfrasto] χωρίς συναίσθημα inexpressif/-ive ανέκφραστο βλέμμα un regard inexpressif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|