ανέμελος

(προωθήθηκε από ανέμελη)
Μεταφράσεις

ανέμελος

(a'nemelos) αρσενικό

ανέμελη

(a'nemeli) θηλυκό

ανέμελο

carefree, casual, easygoing, easy-goingمُرْتاحُ البال, مُسْتَرِيحnonšalantní, tolerantníafslappet, roliggelassen, gleichgültigde trato fácil, despreocupado, informal, sin complicacionesrento, satunnainenfacile à vivre, informelležeran, opuštenaccomodante, noncuranteゆったりとした, 偶然の느긋한, 무심한achteloos, relaxedavslappet, skjødesløsniedbały, wyluzowanycasual, descontraído, sossegadoбеззаботный, легкомысленныйlättsam, ledigไม่จริงจัง, อย่างง่ายๆ อย่างสบายๆumursamaz, uysaldễ tính, hững hờ不慌不忙的, 随便的 (a'nemelo) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς ανησυχίες ή προβλήματα ανέμελο παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close