| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.288.035 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανέμελος |
0,02 sec. |
|
ανέμελος carefree, easygoing, easy-going سهل الانقياد tolerantní rolig gelassen sin complicaciones rento facile à vivre opušten accomodante ゆったりとした 느긋한 relaxed avslappet wyluzowany sossegado беззаботный lättsam อย่างง่ายๆ อย่างสบายๆ uysal dễ tính 不慌不忙的 επίθ α / θ / ουδ ανέμελος, ανέμελη, ανέμελο [a'nemelos, a'nemeli, a'nemelo] χωρίς ανησυχίες ή προβλήματα insouciant/-iante ανέμελο παιδί un enfant insouciant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|