| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.618.767 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανένδοτος |
0,01 sec. |
|
ανένδοτος επίθ α / θ / ουδ ανένδοτος, ανένδοτη, ανένδοτο [a'nenðotos, a'nenðoti, a'nenðoto] 1 που δεν επηρεάζεται intransigeant/-anteintraitable είμαιμένω ανένδοτος rester intransigeant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|