ανένδοτος

Μεταφράσεις

ανένδοτος

(a'nenðotos) αρσενικό

ανένδοτη

(a'nenðoti) θηλυκό

ανένδοτο

(a'nenðoto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν επηρεάζεται είμαι μένω ανένδοτος
2. χωρίς συμβιβασμούς κηρύσσω ανένδοτο αγώνα σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close