ανέρχομαι

Μεταφράσεις

ανέρχομαι

amount, mountيَقُومُ بِrozběhnoutstigebesteigenmontarnoustamonterorganiziratimontareのぼる오르다organiserenbestigewspiąć sięorganizarпровестиbestigaขึ้น ม้า ไต่เขาtırmanmaktổ chức发起 (a'nerxome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. ανεβαίνω ανέρχομαι επαγγελματικά
2. φτάνω το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close