ανέχομαι

Μεταφράσεις

ανέχομαι

tolerate, countenance, beartoleritolérer, supportertolerieren, ertragenيَحْتَمِلُnéstbæreportar, soportarkantaanositiportare支える받치다dragenbæreprzenieśćcarregarнестиbäraทนtaşımakchịu đựng负担 (a'nexome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. υπομένω, υποφέρω κτ ή κπ Δεν ανέχομαι τις φωνές!
2. δέχομαι Δεν ανέχομαι την ανισότητα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close