ανήκουστος

(προωθήθηκε από ανήκουστη)
Μεταφράσεις

ανήκουστος

(a'nikustos) αρσενικό

ανήκουστη

(a'nikusti) θηλυκό

ανήκουστο

inouï (a'nikusto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν μπορεί να το φανταστεί κν ανήκουστο σκάνδαλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close