ανήξερος

(προωθήθηκε από ανήξερη)
Μεταφράσεις

ανήξερος

(a'nikseros) αρσενικό

ανήξερη

(a'nikseri) θηλυκό

ανήξερο

(a'niksero) ουδέτερο
επίθετο
που δεν ξέρει τίποτα κάνω τον ανήξερο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close