ανήσυχα

Μεταφράσεις

ανήσυχα

inquiètement (a'nisixa)
επίρρημα
1. Τον κοίταζε ανήσυχα.
2. κοιμάμαι ανήσυχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close