ανήσυχος

(προωθήθηκε από ανήσυχο)
Μεταφράσεις

ανήσυχος

(a'nisixos) ουδέτερο

ανήσυχη

(a'nisiçi) θηλυκό

ανήσυχο

apprehensive, concerned, anxious, worriedخائِف, قَلِقustaraný, znepokojenýbekymretängstlich, besorgtaprensivo, preocupadoasianomainen, huolestunut, pelokasinquietzabrinutapprensivo, preoccupato心配して, 心配している, 関係している걱정스러운, 걱정하는, 불안한bezorgd, ongerustbekymret, engstelig, uroligspostrzegawczy, zaniepokojony, zmartwionyapreensivo, preocupadoиспытывающий тревогу, обеспокоенный, озабоченныйbekymrad, oroligเป็นห่วงกังวล, กังวล, หวั่นใจendişeli, ilgililo lắng关心的, 忧虑的, 担忧的 (a'nisixo) ουδέτερο
επίθετο
1. αναστατωμένος, ταραγμένος ανήσυχο βλέμμα ανήσυχος ύπνος
2. ζωηρός ανήσυχος μαθητής
3. που δεν εφησυχάζει ανήσυχο πνεύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close