ανίκανος

Μεταφράσεις

ανίκανος

(a'nikanos) αρσενικό

ανίκανη

(a'nikani) θηλυκό

ανίκανο

incapable, incompetent, unable, helpless, inept, powerlessincapable, incompétentغَيْرُ كُفُؤٍneschopnýudueligunfähigincompetenteepäpätevänekompetentanincompetente無能な무능한incompetentudugeligniekompetentnyincompetenteнекомпетентныйinkompetentไม่มีความสามารถyeteneksizthiếu khả năng不称职的 (a'nikano) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν κάνει τίποτα σωστά ανίκανος υπάλληλος
2. που δεν είναι σε θέση να κάνει κτ Είναι ανίκανη να περπατήσει πια.
3. (για άντρα) που δεν ειναι ικανός για σεξουαλική επαφή ανίκανος (σεξουαλικά) άντρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close