| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.839.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανίκανος |
0,07 sec. |
|
ανίκανος incapable, unable, helpless, incompetent, inept, powerless incapable, incompétent غير كفؤ neschopný uduelig unfähig incompetente epäpätevä nekompetentan incompetente 無能な 무능한 incompetent udugelig niekompetentny incompetente некомпетентный inkompetent ไม่มีความสามารถ yeteneksiz thiếu khả năng 不称职的 επίθ α / θ / ουδ ανίκανος, ανίκανη, ανίκανο [a'nikanos, a'nikani, a'nikano] 1 που δεν κάνει τίποτα σωστά incompétent/-enteincapable 2 που δεν είναι σε θέση να κάνει κτ incapable Είναι ανίκανη να περπατήσει πια. Elle est incapable de marcher. 3 για άντρα που δεν ειναι ικανός για σεξουαλική επαφή impuissant ανίκανος σεξουαλικά άντρας un homme impuissant (sexuellement) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|