ανίσχυρος

(προωθήθηκε από ανίσχυρο)
Μεταφράσεις

ανίσχυρος

(a'nisçiros) αρσενικό

ανίσχυρη

(a'nisçiri) θηλυκό

ανίσχυρο

feeble, weak (a'nisçiro) ουδέτερο
επίθετο
αδύναμος ανίσχυρος χαρακτήρας είμαι ανίσχυρος να κάνω οτιδήποτε
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close