| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.470.812 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναβάθμιση |
0,01 sec. |
|
|
αναβάθμιση upgrade, update actualización Upgrade mise à niveau обновление upgrade 升级 升級 שדרוג
ουσ θ αναβάθμιση [ana'vaθmisi] 1 άνοδος augmentation; hausse αναβάθμιση του δολαρίου la revalorisation du dollar 2 βελτίωση progrès αναβάθμιση της παιδείας la revalorisation de l'enseignement αναβάθμιση της ποιότητας ζωής la hausse du niveau de vie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|