αναβάλλω

Μεταφράσεις

αναβάλλω

postpone, put off, stay, deferajourner, repousserيُؤَجِّلodložitudsætteverschiebenaplazarsiirtää myöhemmäksiodgoditiposporre延期する연기하다uitstellenutsetteodłożyćadiarоткладыватьsenareläggaเลื่อนออกไปertelemekhoãn推迟 (ana'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεταθέτω για άλλη στιγμή αναβάλλω μια συνάντηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close