| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.911.560 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναβάλλω |
0,02 sec. |
|
αναβάλλω postpone, put off, stay, defer ajourner, repousser يؤجل odložit udsætte verschieben aplazar siirtää myöhemmäksi odložiti rimandare 延期する 연기하다 uitstellen utsette odłożyć adiar откладывать senarelägga เลื่อนออกไป ertelemek hoãn 推迟 ρ μετβ αναβάλλω [ana'valo] μεταθέτω για άλλη στιγμή reporterdifférer αναβάλλω μια συνάντηση reporter un rendez-vous Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|