| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.923.990 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναβιώνω |
0,02 sec. |
|
αναβιώνω revive αναβιώνω يُنَشِط αναβιώνω oživit αναβιώνω genoplive αναβιώνω wiederbeleben αναβιώνω reanimar αναβιώνω elvyttää αναβιώνω ranimer αναβιώνω oživjeti αναβιώνω resuscitare αναβιώνω 復活する αναβιώνω 소생시키다 αναβιώνω herleven αναβιώνω gjenopplive αναβιώνω ożywić αναβιώνω ressuscitar αναβιώνω оживать αναβιώνω återuppliva αναβιώνω มีชีวิตชีวา αναβιώνω canlanmak αναβιώνω làm sống lại αναβιώνω 复兴 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|