| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.473.208 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναβρασμός |
0,02 sec. |
|
|
αναβρασμός תסיסה
ουσ α αναβρασμός [anavra'zmos] αναταραχή, έντονη δραστηριότητα bouillonnement; effervescence αναβρασμός ιδεών un bouillonnement d'idées πολιτικός αναβρασμός une effervescence politique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|