| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.453.390 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναβρασμός |
0,03 sec. |
|
αναβρασμός ουσ α αναβρασμός [anavra'zmos] αναταραχή, έντονη δραστηριότητα bouillonnement; effervescence αναβρασμός ιδεών un bouillonnement d'idées πολιτικός αναβρασμός une effervescence politique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|