αναγκάζω

Μεταφράσεις

αναγκάζω

заставлять (anaŋ'gazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
υποχρεώνω αναγκάζω κπ να μιλήσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close