| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.867.484 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναγκαίος |
0,01 sec. |
|
αναγκαίος necessary επίθ α / θ / ουδ αναγκαίος, αναγκαία, αναγκαίο [anaŋ'ɟeos, anaŋ'ɟea, anaŋ'ɟeο] 1 απαραίτητος requis/-isenécessaire αναγκαία προϋπόθεση une condition nécessaire Η παρουσία σου είναι αναγκαία. Ta présence est indispensable. 2 αναπόφευκτος fatal/-ale αναγκαίο κακό un mal inévitable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|