αναγκαίος

(προωθήθηκε από αναγκαίο)
Μεταφράσεις

αναγκαίος

(anaŋ'ɟeos) αρσενικό

αναγκαία

(anaŋ'ɟea) θηλυκό

αναγκαίο

necessarynodignecessário필요한nødvendige (anaŋ'ɟeο) ουδέτερο
επίθετο
1. απαραίτητος αναγκαία προϋπόθεση Η παρουσία σου είναι αναγκαία.
2. αναπόφευκτος αναγκαίο κακό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close