| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.184.931 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναγκαστικός |
0,04 sec. |
|
αναγκαστικός επίθ α / θ / ουδ αναγκαστικός, αναγκαστική, αναγκαστικό [anaŋgasti'kos, anaŋgasti'ci, anaŋgasti'ko] υποχρεωτικός forcé/-ée αναγκαστική προσγείωση un atterrissage forcé/urgent επίρρ αναγκαστικά [anaŋgasti'ka] ελλείψει άλλης επιλογής forcément Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|