αναγκαστικός

(προωθήθηκε από αναγκαστικό)
Μεταφράσεις

αναγκαστικός

(anaŋgasti'kos) αρσενικό

αναγκαστική

(anaŋgasti'ci) θηλυκό

αναγκαστικό

(anaŋgasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
υποχρεωτικός αναγκαστική προσγείωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close