| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.483.910 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναγνωρίζω |
0,01 sec. |
|
|
αναγνωρίζω anerkennen, erkennen identify, recognize, acknowledge, appreciate identifier, reconnaître recunoaşte يَتْعَرف على rozpoznat genkende reconocer tunnistaa prepoznati riconoscere 分かる 알아보다 herkennen kjenne igjen rozpoznać reconhecer узнавать känna igen จำได้ tanımak nhận ra 认可
ρ μετβ αναγνωρίζω [anaɣno'rizo] 1 βρίσκω την ταυτότητα ή την προέλευση κάποιου reconnaître αναγνωρίζω κπ reconnaître qqn αναγνωρίζω τη φωνήτο πρόσωπο κάποιου reconnaître la voix/le visage de qqn 2 παραδέχομαι την ύπαρξη κάποιου reconnaître αναγνωρίζω ένα κράτος reconnaître un État 3 παραδέχομαι ότι είμαι πατέρας ενός παιδιού reconnaître 4 παραδέχομαι admettreacquiescer αναγνωρίζω το λάθος μου reconnaître son erreur αναγνωρίζω την αξία κάποιου récompenser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|