| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.485.541 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναγνωρισμένος |
0,01 sec. |
|
|
αναγνωρισμένος
επίθ α / θ / ουδ αναγνωρισμένος, αναγνωρισμένη, αναγνωρισμένο [anaɣnori'zmenos, anaɣnori'zmeni, anaɣnori'zmeno] που είναι διάσημος για το έργο του reconnu/-ue αναγνωρισμένος επιστήμονας un scientifique reconnu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|