αναγορεύω

Μεταφράσεις

αναγορεύω

يُرَشِّحُ

αναγορεύω

nominovat

αναγορεύω

nominere

αναγορεύω

nominieren

αναγορεύω

nominate

αναγορεύω

designar

αναγορεύω

nimetä

αναγορεύω

désigner

αναγορεύω

nominirati

αναγορεύω

nominare

αναγορεύω

指名する

αναγορεύω

후보자로 지명하다

αναγορεύω

nomineren

αναγορεύω

nominere

αναγορεύω

mianować

αναγορεύω

nomear

αναγορεύω

номинировать

αναγορεύω

nominera

αναγορεύω

ได้รับการเสนอชื่อ

αναγορεύω

aday göstermek

αναγορεύω

đề cử

αναγορεύω

提名
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close