| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.487.992 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναγορεύω |
0,01 sec. |
|
|
αναγορεύω يُرَشِح αναγορεύω nominovat αναγορεύω nominere αναγορεύω nominieren αναγορεύω nominate αναγορεύω designar αναγορεύω nimetä αναγορεύω désigner αναγορεύω imenovati αναγορεύω nominare αναγορεύω 指名する αναγορεύω 후보자로 지명하다 αναγορεύω nomineren αναγορεύω nominere αναγορεύω mianować αναγορεύω nomear αναγορεύω номинировать αναγορεύω nominera αναγορεύω เสนอชื่อ αναγορεύω aday göstermek αναγορεύω đề cử αναγορεύω 提名 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|