αναγουλιαστικός

(προωθήθηκε από αναγουλιαστικό)
Μεταφράσεις

αναγουλιαστικός

(anaɣuʎasti'kos) αρσενικό

αναγουλιαστική

(anaɣuʎasti'ci) θηλυκό

αναγουλιαστικό

écœurant, nauséabond (anaɣuʎasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί τάση για εμετό αναγουλιαστική μυρωδιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close