αναδεικνύω

Μεταφράσεις

αναδεικνύω

(anaði'knio)

αναδείχνω

(ana'ðixno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τονίζω, κολακεύω Το φόρεμα αναδεικνύει το σώμα σου.
2. δίνω κπ τίτλο Toν ανέδειξαν καλύτερο δήμαρχο της χώρας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close