| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.075.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναδομώ |
0,07 sec. |
|
αναδομώ reconstruire, restructurer αναδομώ يُعْيد إنشاء αναδομώ restrukturalizovat αναδομώ omstrukturere αναδομώ umstrukturieren αναδομώ restructure αναδομώ reestructurar αναδομώ järjestellä uudelleen αναδομώ restrukturirati αναδομώ ristrutturare αναδομώ 再編成する αναδομώ 재구성하다 αναδομώ herstructureren αναδομώ omstrukturere αναδομώ zrestrukturyzować αναδομώ reestruturar αναδομώ реструктуризировать αναδομώ omstrukturera αναδομώ เปลี่ยนโครงสร้างใหม่ αναδομώ yeniden yapılandırma αναδομώ cơ cấu lại αναδομώ 改组 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|