Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.075.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αναδομώ

0,07 sec.
αναδομώ reconstruire, restructurer
αναδομώ restrukturalizovat
αναδομώ omstrukturere
αναδομώ umstrukturieren
αναδομώ restructure
αναδομώ reestructurar
αναδομώ järjestellä uudelleen
αναδομώ restrukturirati
αναδομώ ristrutturare
αναδομώ 再編成する
αναδομώ 재구성하다
αναδομώ herstructureren
αναδομώ omstrukturere
αναδομώ zrestrukturyzować
αναδομώ reestruturar
αναδομώ omstrukturera
αναδομώ เปลี่ยนโครงสร้างใหม่
αναδομώ yeniden yapılandırma
αναδομώ cơ cấu lại
αναδομώ 改组


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.