αναιρώ

Μεταφράσεις

αναιρώ

infirmerretract, refute, rescind (ane'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αντικρούω αναιρώ μια θεωρία
2. καταργώ αναιρώ μια απόφαση
3. παίρνω πίσω αναιρώ την υπόσχεσή μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close