| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.279.850 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναισθησία |
0,03 sec. |
|
αναισθησία anesthesia anesthésie, inconscience ουσ θ αναισθησία [anesθi'sia] 1 νάρκωση anesthésie τοπικήολική αναισθησία anesthésie locale/totale 2 σκληρότητα, αδιαφορία insensibilité; cruauté Η αναισθησία του με τρομάζει. Son insensibilité me trouble. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|