αναισθησία

Μεταφράσεις

αναισθησία

anesthesiaanesthésie, inconscienceanestesia마취麻酔麻醉AnästhesieАнестезияanesthesie麻醉anestesiaanestesiaanestesi (anesθi'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ιατρική νάρκωση τοπική ολική αναισθησία
2. μεταφορικά σκληρότητα, αδιαφορία Η αναισθησία του με τρομάζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close