αναισθητικό

Μεταφράσεις

αναισθητικό

anaesthetic, anesthetic

αναισθητικό

مُخَدِّر

αναισθητικό

anestetikum

αναισθητικό

bedøvelse

αναισθητικό

Narkose

αναισθητικό

anestésico

αναισθητικό

nukutusaine

αναισθητικό

anesthésie

αναισθητικό

anestetik

αναισθητικό

anestetico

αναισθητικό

麻酔薬

αναισθητικό

마취제

αναισθητικό

verdovingsmiddel

αναισθητικό

bedøvelsesmiddel

αναισθητικό

środek znieczulający

αναισθητικό

anestesia, anestésico

αναισθητικό

bedövningsmedel

αναισθητικό

ยาชา

αναισθητικό

uyuşturucu

αναισθητικό

thuốc gây mê

αναισθητικό

麻醉剂
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close