| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.324.261 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναισθητικό |
0,03 sec. |
|
αναισθητικό anaesthetic, anesthetic αναισθητικό مُسكن αναισθητικό anestetikum αναισθητικό bedøvelse αναισθητικό Narkose αναισθητικό anestésico αναισθητικό nukutusaine αναισθητικό anesthésie αναισθητικό anestetik αναισθητικό anestesia αναισθητικό 麻酔薬 αναισθητικό 마취제 αναισθητικό verdovingsmiddel αναισθητικό bedøvelsesmiddel αναισθητικό znieczulający αναισθητικό anestesia, anestésico αναισθητικό анестезирующее средство αναισθητικό bedövningsmedel αναισθητικό ยาชา αναισθητικό uyuşturucu αναισθητικό thuốc tê αναισθητικό 麻醉剂 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|