ανακάμπτω

Μεταφράσεις

ανακάμπτω

(ana'kampto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πάω καλύτερα η οικονομία ανακάμπτει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close