ανακάτεμα

Μεταφράσεις

ανακάτεμα

(ana'katema)

ανακάτωμα

(ana'katοma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. δημιουργία ακαταστασίας ανακάτεμα διαφορετικών στυλ
2. η ένωση διαφορετικών ουσιών Τα αυγά θέλουν καλό ανακάτεμα.
3. μεταφορικά αναστάτωση Δεν αποφύγαμε το οικογενειακό ανακάτεμα.
4. αναγούλα Έχω ένα αφόρητο ανακάτεμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close