| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.900.884 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανακαλύπτω |
0,01 sec. |
|
ανακαλύπτω discover, trace, unearth, find out découvrir يُدْرِك حقيقة الأمر, يَكْتَشِف zjistit finde ud af, opdage entdecken, herausfinden averiguar, descubrir löytää, saada selville otkriti scoprire 発見する 발견하다 ontdekken, uitvinden finne ut, oppdage dowiedzieć się, odkryć descobrir выяснять, открывать komma på, upptäcka ค้นพบ bulmak, keşfetmek phát hiện, tìm ra 发现 ρ μετβ ανακαλύπτω [anaka'lipto] 1 βρίσκω repérer 2 μαθαίνω être informé/-éeêtre au courant Θα ανακαλύψω πού μένει! Je découvrirai où il habite ! Ανακάλυψα πώς να τον κάνω να γελάει. J'ai trouvé comment le faire rire. 3 γνωρίζω, συναντώ aller à la découverte de ανακαλύπτω μια χώρα aller à la découverte d'un pays Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|