ανακαλύπτω

Μεταφράσεις

ανακαλύπτω

discover, trace, unearth, find outdécouvrirيَكْتَشِفُzjistitfinde ud af, opdageentdecken, herausfindendescubrir, averiguarlöytää, saada selvilleotkriti, saznatiscoprire発見する발견하다, (…)을 알아내다ontdekken, uitvindenfinne ut, oppdagedowiedzieć się, odkryćdescobrir, descubraвыяснять, открыватьkomma på, upptäckaค้นพบbulmak, keşfetmekphát hiện, tìm ra发现發現 (anaka'lipto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βρίσκω ανακαλύπτω ένα θησαυρό ανακαλύπτω ένα λάθος
2. μαθαίνω Θα ανακαλύψω πού μένει! Ανακάλυψα πώς να τον κάνω να γελάει.
3. γνωρίζω, συναντώ ανακαλύπτω μια χώρα
4. εφευρίσκω ανακαλύπτω τον τροχό
5. συνειδητοποιώ Ανακάλυψα ότι ήμουν ικανός να γράψω τραγούδια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close