| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.421.044 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανακατεύω |
0,03 sec. |
|
ανακατεύω admix, churn, mix, muddle, stir, mix up يَخلِط smíchat forveksle vermischen liarse sekoittaa toisiinsa confondre zabuna scambiare 混同する 혼합하다 verwarren forveksle pomieszać misturar перепутать förväxla รวม karıştırmak trộn lẫn 混淆 ρ μετβ ανακατεύω [anaka'tevo] 4 βάζω κπ σε δύσκολη θέση mêler ρ μεσοπαθ ανακατεύομαι [anaka'tevome] 1 μπλέκομαι se mêler ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις se mêler defourrer son nez (dans les affaires de qqn) |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|