| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.517.581 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανακατωσούρα |
0,02 sec. |
|
|
ανακατωσούρα تشوش nepořádek virvar Durcheinander confusion, muddle enredo sotku pagaille pometnja disordine 混乱状態 뒤죽박죽 verwarring rot zamieszanie desordem путаница röra ความไม่เป็นระเบียบ kargaşa tình trạng lộn xộn 困惑
ουσ θ οικ ανακατωσούρα [anakato'sura] 1 ακαταστασία chamboulement; fouillis Στην ανακατωσούρα, έχασα τα γυαλιά μου. Dans le chamboulement, j'ai perdu mes lunettes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|