Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.117.093 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανακατωσούρα

0,02 sec.
ανακατωσούρα تشوش nepořádek virvar Durcheinander confusion, muddle enredo sotku pagaille pometnja disordine 混乱状態 뒤죽박죽 verwarring rot zamieszanie desordem путаница röra ความไม่เป็นระเบียบ kargaşa tình trạng lộn xộn 困惑
ουσ θ οικ ανακατωσούρα [anakato'sura]
1 ακαταστασία chamboulement; fouillis
Στην ανακατωσούρα, έχασα τα γυαλιά μου. Dans le chamboulement, j'ai perdu mes lunettes.
δημιουργώ πολιτική ανακατωσούρα créer un fouillis/une confusion politique
2 αναγούλα nausée
νιώθω μια ανακατωσούρα στο στομάχι avoir la nausée


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.