| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.117.093 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανακατωσούρα |
0,02 sec. |
|
ανακατωσούρα تشوش nepořádek virvar Durcheinander confusion, muddle enredo sotku pagaille pometnja disordine 混乱状態 뒤죽박죽 verwarring rot zamieszanie desordem путаница röra ความไม่เป็นระเบียบ kargaşa tình trạng lộn xộn 困惑 ουσ θ οικ ανακατωσούρα [anakato'sura] 1 ακαταστασία chamboulement; fouillis Στην ανακατωσούρα, έχασα τα γυαλιά μου. Dans le chamboulement, j'ai perdu mes lunettes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|