ανακινώ

Μεταφράσεις

ανακινώ

(anaci'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αναταράζω ανακινώ ένα χυμό
2. επαναφέρω ανακινώ ένα ζήτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close