| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.570.224 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανακλαστικός |
0,02 sec. |
|
ανακλαστικός επίθ α / θ / ουδ ανακλαστικός, ανακλαστική, ανακλαστικό [anaklasti'kos, anaklasti'ci, anaklasti'ko] αυτόματος automatique ανακλαστική κίνηση un mouvement automatique ουσ ουδ ανακλαστικό αυτόματη αντίδραση réflexeréaction automatique έχω καλάκακά ανακλαστικά avoir de bons/de mauvais réflexes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|