| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.527.306 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανακλαστικός |
0,01 sec. |
|
|
ανακλαστικός reflecterende reflexivo reflective reflexivo reflektierenden отразяващи reflekterende 反射 반사 reflekterande
επίθ α / θ / ουδ ανακλαστικός, ανακλαστική, ανακλαστικό [anaklasti'kos, anaklasti'ci, anaklasti'ko] αυτόματος automatique ανακλαστική κίνηση un mouvement automatique ουσ ουδ ανακλαστικό αυτόματη αντίδραση réflexeréaction automatique έχω καλάκακά ανακλαστικά avoir de bons/de mauvais réflexes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|