| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.894.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανακουφίζω |
0,02 sec. |
|
ανακουφίζω soulager allay, alleviate, relieve يُخفِف الأعباء zmírnit lindre erleichtern aliviar helpottaa olakšati alleviare 安心させる 경감시키다 verlichten lindre ulżyć aliviar облегчать avhjälpa ผ่อนคลาย dindirmek làm dịu đi 减轻 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|