ανακουφισμένος

Μεταφράσεις

ανακουφισμένος

مُرْتاح

ανακουφισμένος

klidný

ανακουφισμένος

lettet

ανακουφισμένος

erleichtert

ανακουφισμένος

relieved

ανακουφισμένος

aliviado

ανακουφισμένος

helpottunut

ανακουφισμένος

soulagé

ανακουφισμένος

koji osjeća olakšanje

ανακουφισμένος

alleviato

ανακουφισμένος

安心した

ανακουφισμένος

마음이 놓이는

ανακουφισμένος

opgelucht

ανακουφισμένος

lettet

ανακουφισμένος

z ulgą

ανακουφισμένος

aliviado

ανακουφισμένος

облегченный

ανακουφισμένος

lättad

ανακουφισμένος

ที่ผ่อนคลาย

ανακουφισμένος

rahatlamış

ανακουφισμένος

bớt căng thẳng

ανακουφισμένος

放心的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close