| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.531.605 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανακούφιση |
0,02 sec. |
|
|
ανακούφιση relief soulagement راحة úleva lettelse Erleichterung alivio, socorro helpotus olakšanje sollievo 安心 안도 aflossing lettelse ulga alívio облегчение lättnad การผ่อนคลาย iç rahatlığı sự khuây khỏa 减轻 הקלה
ουσ θ ανακούφιση [ana'kufisi] ξαλάφρωμα soulagement αισθάνομαινιώθω ανακούφιση se sentir soulagé/ressentir un soulagement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|