| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.538.766 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανακυκλώνω |
0,01 sec. |
|
|
ανακυκλώνω recycle يُعْيد استخدام recyklovat genbruge wiederverwerten reciclar kierrättää recycler reciklirati riciclare 再生利用する 재활용하다 recyclen resirkulere zawrócić do obiegu reciclar повторно использовать återvinna นำกลับมาใช้อีก geri dönüştürmek tái chế 循环再用
ρ μετβ ανακυκλώνω [anaci'klono] διαμορφώνω κτ για άλλη χρήση recycler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|