Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.865.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αναλαμβάνω

0,02 sec.
αναλαμβάνω يَتوَلى المسئولية převzít řízení overtage übernehmen take over asumir ottaa johtoonsa reprendre preuzeti rilevare 引き継ぐ 인계받다 overnemen ta over przejąć tomar posse принимать руководство ta över เข้าควบคุม yönetimi ele almak tiếp quản 接管
ρ μετβ αναλαμβάνω [analam'vano]
έχω την ευθύνη για κπ ή κτ se charger de
αναλαμβάνω τα έξοδατην οργάνωση se charger des frais/de l'organisation
αναλαμβάνω την ευθύνη prendre sous sa responsabilité
αναλαμβάνω την υποχρέωση να s'engager à
αναλαμβάνω τις συνέπειες των λαθών μου endosser les conséquences de ses erreurs


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.