αναλαμβάνω

Μεταφράσεις

αναλαμβάνω

يَتَوَلَّىpřevzítovertageübernehmentake overasumir, tomar el podervallatareprendrepreuzetirilevare引き継ぐ인계받다overnementa overprzejąćtomar posseпринимать руководствоta överเข้าควบคุมyönetimi ele almaktiếp quản接管 (analam'vano)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
έχω την ευθύνη για κπ ή κτ αναλαμβάνω τα έξοδατην οργάνωση αναλαμβάνω την ευθύνη αναλαμβάνω την υποχρέωση να αναλαμβάνω τις συνέπειες των λαθών μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close