αναλλοίωτος

(προωθήθηκε από αναλλοίωτη)
Αναζητήσεις σχετικές με αναλλοίωτη: αναλλοίωτος
Μεταφράσεις

αναλλοίωτος

(ana'liotos) αρσενικό

αναλλοίωτη

(ana'lioti) θηλυκό

αναλλοίωτο

unchanging (ana'lioto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν αλλάζει καθόλου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close