αναλογώ

Μεταφράσεις

αναλογώ

(analo'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι ισοδύναμος Τα έξοδα δεν αναλογούν με τα έσοδα.
2. αντιστοιχώ, αρμόζω σε κπ ή κτ Δεν αναλογεί στην ηλικία σου.
3. προορίζομαι για κπ ή κτ Ένα μερίδιο από την περιουσία μού αναλογεί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close